Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017

«Ο Νόννος ο Παναπολίτης: Η μετατροπή του πεπρωμένου» της Ελένης Λαδιά

Όπως είδαμε και στο άρθρο μου με τίτλο «Ο Νόννος ο Παναπολίτης – Ο θρήνος της Γης», ο Παναπολίτης, επικός ποιητής του 5ου μ.Χ. αι., γεννήθηκε στην Πανόπολη (το σημερινό Αχμίμ της Άνω Αιγύπτου) και αναφέρεται πως έζησε στην Αλεξάνδρεια. Μολονότι ειδωλολάτρης, στο τέλος της ζωής του εκχριστιανίσθηκε και έκανε μάλιστα την παράφραση του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Από τα Διονυσιακά του, που θεωρείται το μεγαλύτερο έπος της αρχαιότητας (48 ραψωδίες σε 21.000 δακτυλικούς στίχους) και έχει θέμα την εκστρατεία του θεού Διονύσου στις Ινδίες, ξεχωρίζω μερικά σημαντικά μυθολογικά επεισόδια, εμβόλιμα στο έπος, που το διανθίζουν και το λαμπρύνουν. Σε αυτά τα επεισόδια χρησιμοποιώ για το καθένα δικό μου υπότιτλο. Δημοσιεύονται σε συνέχειες.
Η μετατροπή του πεπρωμένου
«Εγώ ομοιάζω στην πεθυμιά σου – / όχι νεκρέ αλλά κισσόζωστε – Βάκχε
Ευαστή που η αύρα σου κινάει τα φύλλα
ευαλωτη επιτάφια θεά η θεέ
το στόμα μου σ’ανάσταινε όταν σ’ ενεκροφίλα
Μυριάκις σε 
επικαλούμαι Ιόβακχε εκεί που σμίγει αγρός με βόγκο
θαλάσσης
μυριάκις με
ελυκτροκυκλοαλλάσσεις...»
Δ. Π. Παπαδίτσας [1]
Στα Διονυσιακά του Νόννου και στα ορφικά (Kερν, απ. 58) αναφέρεται πως ο πρώτος Διόνυσος ήταν ο Ζαγρεύς (μεγάλος κυνηγός) γεννημένος από το ερωτικό σμίξιμο του Διός και της κόρης του Περσεφόνης, την οποία επισκέφτηκε με μορφή όφεως. Το «κερόεν» (κερασφόρο) βρέφος καταβρόχθισαν οι Τιτάνες και μόνον η καρδιά παρέμεινε ανέπαφη και πάλλουσα. Το ίδιο βεβαιώνει και ο ορφικός ύμνος του Διονύσου (αρ. 30) «Διός και Περσεφόνης αρρήτοις λέκτροισι τεκνωθείς».
Ο δεύτερος είναι ο γιος του Διός και της θνητής Σεμέλης, που έχει αρκετά επίθετα όπως: Βάκχος, Ιόβακχος, Λύσιος (ή Λυαίος) Ληναίος (ή Επιλήνιος), Ειραφιώτης, Βασσαρεύς, Βρόμιος, μηροτραφής κ.ά. [2].
Ο τρίτος Διόνυσος ήταν γιος του δεύτερου Διονύσου και της Αύρας. Ονομαζόταν Ίακχος.
Στη δεκάτη, ενδεκάτη και δωδεκάτη ραψωδία του Νόννου αναφέρεται η αγάπη του (δευτέρου) Διονύσου για τον συνομήλικό του Άμπελο, μια αγάπη νεανική και παιδαγωγική, αφού περιείχε γνώση και αθλητικούς αγώνες, όπως πάλη, τρέξιμο, κολύμπι, κ.ά.
Μετά το κολύμπι στο νερό του ποταμού, επέστρεφε ο Άμπελος στο δάσος, περήφανος για τη νίκη του, που στην πραγματικότητα του χάριζε ο Βάκχος για να τον ευχαριστήσει. Εκεί έδενε τους πλοκάμους του με διάδημα από έχιδνες, για να μιμηθεί τον φιδόμαλλο Λυαίο, και για να του μοιάσει περισσότερο τυλιγόταν με παρδαλό ύφασμα, που θύμιζε τον παρδαλόστικτο χιτώνα του Βρομίου. Φορούσε κι αυτός κόκκινους κοθόρνους, όπως ο Διόνυσος, κι όταν έβλεπε τον Ιόβακχο να οδηγεί τους πάνθηρες, έπαιζε κι αυτός με τα αγρίμια του όρους, πότε ανεβαίνοντας στην ράχη μιας αρκούδας και πότε τραβώντας την χαίτη ενός θηρίου. Έτσι «μιμούνται» οι άνθρωποι, όταν συναναστρέφονται ανώτερους η θεούς. Γρήγορα η μίμηση έγινε αλαζονεία και ο Άμπελος περηφανευόταν, ενώ λυπημένος ο Βάκχος προαισθανόταν το τέλος του φίλου του. Ο νέος ήθελε να οδηγήσει στα όρη τον ταύρο του δάσους χωρίς χαλινάρι, και πάνω στην παραφορά του πρόσβαλε τη Σελήνη απαιτώντας να του κάνει χώρο να περάσει, κι έτσι αυτή για να τον εκδικηθεί έστειλε μια βοϊδόμυγα. Εκείνος έχασε τον έλεγχο του ταύρου, τον οποίον κέντριζε ασταμάτητα ο οίστρος, ώστε πέταξε από τη ράχη του τον Άμπελο γκρεμίζοντάς τον στο έδαφος. Με το πέσιμο αποκόπηκε το κεφάλι από το σώμα. Κάποιος Σάτυρος, που έτυχε να δει το θέαμα, έγινε ο δυσάγγελος για τον Βάκχο. Ακούγοντας την είδηση ο θεός, έτρεξε γρήγορα σαν τον άνεμο. Θρηνώντας έντυσε το άψυχο σώμα με δέρμα ελαφιού και του φόρεσε στα πόδια καλαμόπλεκτα πέδιλα. Τον έρανε με ρόδα και κρίνα και στα μαλλιά του τοποθέτησε άνθη ανεμώνας. Πήρε αμβροσία από τη Ρέα και έχυσε στις πληγές του νέου, ενώ γύρω από τον νεκρό εστέναζαν οι Σειληνοί κι οδύρονταν οι Βάκχοι. Κι ο νηπενθής Διόνυσος κραυγάζοντας εναντίον του φθονερού νήματος των Μοιρών, μοιρολογούσε τον Άμπελο, κυρίως γιατί έφυγε τόσο άωρος, ώστε δεν πρόφτασε να γνωρίσει τον γάμο, που είναι πηγή ζωής. Τον Διόνυσο, βλέποντας το βαρύ, βαθύ και συνεχιζόμενο πένθος του, θέλησαν να βοηθήσουν οι Ώρες, που ταξιδεύοντας με πλοίο από τις δυτικές ακτές του Ωκεανού, έφτασαν στην κατοικία του πατέρα τους Ήλιου. Τις Ώρες υμνεί και ο ορφικός ύμνος, με εκπληκτικούς στίχους: «εαρινές, λιβαδίσιες, πολυάνθιστες, αγνές, / πολύχρωμες, πανεύοσμες στα ανθηρά φυσήματα, / Ώρες αειθαλείς, κυκλοπεριστρεφόμενες, ηδυπρόσωπες, / που φοράτε τα δροσερά πέπλα των πολυφύτρωτων ανθών» [3]. Τον βρήκαν να κάθεται στον φλογερό του θρόνο ενώ πετούσαν τριγύρω του οι θυγατέρες του Χρόνου, οι δώδεκα κυκλικές Ώρες, οι «περικυκλάδες» του ορφικού ύμνου, οι κυκλοπεριστρεφόμενες, που έτρεξαν να ασπασθούν τις τέσσερις που έφτασαν.
Ώρες λέγονταν τότε οι εποχές του έτους. Και η Ώρα του φθινοπώρου, «η σταφυληκόμος Ώρη», ρώτησε τον Ήλιο, σηκώνοντας συγχρόνως το δρεπάνι του φθινοπώρου για μαρτυρία της, πότε θα γίνουν στα αμπέλια τα οινοτόκα σταφύλια, και ποιον από τους μάκαρες θα ευλογήσει με αυτό το γέρας ο Αιών. Τότε ο Ήλιος της έδειξε με το δάχτυλό του τον απέναντι τοίχο, όπου βρίσκονταν οι πλάκες της Αρμονίας και πάνω τους ένα κείμενο, όπου ήταν γραμμένα από τον πρωτογέννητο Φάνητα της ορφικής θεολογίας όλα τα θέσφατα, τα πεπρωμένα του κόσμου, ενώ σε κάθε πλάκα είχε ταιριάξει με τις γραφίδες του τον κατάλληλο αστρικό οίκο. Στην τρίτη πλάκα, της απεκάλυψε ο Ήλιος, εκεί που βρίσκεται ο Λέων και η Παρθένος, θα διαβάσεις πού θα γεννηθεί ο καρπός του κρασιού. Η Ώρα πήγε στην τρίτη πλάκα, όπου ήταν ζωγραφισμένοι ο φεγγοβόλος αστερισμός του Λέοντος και της Παρθένου, της στολισμένης με άστρα, που κρατούσε κρασοκόκκινον βότρυν, ώριμον καρπό του θέρους. Κι εκεί διάβασε: «Ο Κισσός, ο υψιπετής, ο ποθεινός νέος, θα συρθή στη γη και το αναρριχώμενο φυτό του κισσού θα γίνει, που στα κλαδιά πιάνεται» [4]. Διαβάζοντας τις τέσσερις γραμμές με τα χαραγμένα προφητικά λόγια, η θεά της αμπέλου, κατάλαβε πως αναφερόταν στον κισσοφόρο Λυαίο. Όμως ο Λυαίος δεν έβρισκε πουθενά παρηγοριά στο πένθος του λησμονώντας τελείως κιθάρα και χορό. Μαζί του θρηνούσε και η φύση: ο ποταμός Έρμος της Λυδίας με τις καλαμιές σταμάτησε να κυλά τα νερά του, ο χρυσαφένιος Πακτωλός τράβηξε το «πένθιμον ύδωρ» στη βαθιά του κοίτη, λες κι ήταν λυπημένος άνθρωπος, και ο Σαγγάριος σταμάτησε την ροή των χειμάρρων του σε ένδειξη πένθους για τον νεκρό. Αλλά αυτά τα φοβερά πένθη που προκαλούσε ο στενάζων Διόνυσος, ήρθαν και τα μετέτρεψαν οι Μοίρες με νήματα που ξαναδέθηκαν από την αρχή (παλίλλυτα νήματα). Και η Άτροπος, η αδάμαστη, αμετάτρεπτη και αναπόδραστη παρηγόρησε τον Διόνυσο λέγοντάς του πως ο Άμπελος δεν θα διαβεί το πικρόν ύδωρ του Αχέροντος, γιατί ο θρήνος του θεού έσπασε τα αμετάκλητα νήματα της άτρεπτης Μοίρας («σος γόος ατρέπτου παλινάγρετα νήματα Μοίρης») και πως θα τον μεταμορφώσει σε λαχταριστό ποτό και γλυκύ νέκταρ.
Φαίνεται πως η μεταμόρφωση είναι μια μορφή επιβίωσης. Ο θρήνος του Διονύσου ήταν τόσο δυνατός, ώστε άλλαξε τα νήματα της Μοίρας, προκαλώντας την μετατροπή του πεπρωμένου.
Ο τελευταίος λόγος της Μοίρας ήταν: «Βάκχος άναξ δάκρυσε, βροτών ίνα δάκρυα λύση» («Ο άναξ Βάκχος δάκρυσε, για να λύση τα δάκρυα των θνητών»). Μια σπουδαία ρήση που υπενθυμίζει τον λόγο από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιονπως «εδάκρυσεν ο Ιησούς» [5] για τον θάνατο του Λαζάρου.
Διόνυσος και Ιησούς! Ποιος πρωτοδάκρυσε; Ο παγανισμός υιοθέτησε την ρήση από τον χριστιανισμό ή αντιθέτως; Ο Νόννος έζησε τον πέμπο μεταχριστιανικόν αιώνα και υπήρξε ειδωλολάτρης, και μετέπειτα χριστιανός. Έκανε μάλιστα και την παράφραση του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, όπου αναφέρει (κεφ. 11:36): «... και έστενεν αυτός Ιησούς, όμμασι ακλαύτοισιν αήθεα δάκρυα λείβων».
Όμως στην μύχια πλευρά κάθε μυθολογικού επεισοδίου, που αναφέρει αυτός ο σπουδαίος συγγραφεύς, κρύβεται μια αλήθεια. Κι εδώ είναι πως ο βαθύρριζος πένθιμος θρήνος χαρίζει ενίοτε έναν καρπό, ένα έργο, σπάζοντας ακόμη και τα νήματα της αμετάτρεπτης Μοίρας.
(23-24 Οκτωβρίου 2017)
Σημειώσεις 
[1] Το ποίημα «Βακχικό» από την συλλογή Το προεόρτιον, στο: Δ. Π. Παπαδίτσας, Άπαντα εκδόσεις Μέγας Αστρολάβος-Ευθύνη, Αθήνα 1997
[2] Για την ερμηνεία των επιθέτων του Διονύσου, βλέπε τα σχόλια των Ορφικών ύμνων σε μτφρ. Δ. Π. Παπαδίτσα – Ελένης Λαδιά, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1997
[3] «Ορφικός ύμνος των Ωρών», αρ. 43, ό.π.
[4] Nόννος Πανοπολίτης, Διονυσιακά, ραψωδία ΙΒ μτφρ. Ευγενία Δαρβίρη, εκδόσεις Γεωργιάδης, Αθήνα 2002
[5] Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, κεφ. 11:36
Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου