Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017

«Ο Πούσκιν, ο Ντοστογιέφσκι και τα τυχερά παιχνίδια» της Ελένης Λαδιά

Η τράπουλα και κάθε παρόμοιο παιχνίδι είναι η ορατή όψη της τύχης. Και η ψυχή των τυχερών παιχνιδιών, όπως αποκαλούνται, είναι μυστική, όπως η αμέθεκτη ουσία του Θεού. Ο Μέγας Βασίλειος έγραφε πως η ουσία του Θεού μένει απρόσιτος και μόνον οι ενέργειές του «προς ημάς καταβαίνουσιν», διότι είναι μεθεκτές.
Γεγονός είναι πως και το «Μυστικό» των τυχερών παιχνιδιών μένει αμετάδοτο και ανερμήνευτο.
Ναι, αλλά εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τον Θεό αλλά με την τύχη, θα αντέλεγε κάποιος. Το πρόβλημα με απασχολούσε και εμένα επί έτη και σε κάποιο βιβλίο μου [1] έγραψα την φράση: «το τυχαίο είναι η φοβερότερη όψη του Θεού».
Αυτό το τυχαίο, την φοβερότερη όψη του Θεού, πιστεύω πως αντιμετωπίζει ο κάθε παίκτης προσπαθώντας να το εξερευνήσει. Ποιο είναι λοιπόν το μυστικό του τυχαίου; Τελικώς δεν βρίσκεται, γι’ αυτό και σαρκάζει τους ανθρώπους που πιστεύουν πως μπορούν να το μάθουν η να το ερμηνεύσουν.
Ο Πούσκιν στο έργο του Ντάμα Πίκα [2] αναζητά το Μυστικό της κερδοφορίας στην μεταφυσική ή, καλύτερα, στην μαγεία. Στο σπίτι του Ναρούμοφ, υπολοχαγού των Έφιππων Σωματοφυλάκων, έπαιζαν χαρτιά μια ατέλειωτη χειμωνιάτικη νύχτα μέχρι τις πέντε το πρωί. Μεταξύ των συνδαιτυμόνων ήταν ο Σούριν, που μολονότι απαθής παίκτης, ομολογεί πως δεν είναι τυχερός (πάλι το επίθετο το σχετικό με την Τύχη) και δεν κερδίζει ποτέ, ο Έρμαν, γιος Γερμανού που ήταν εγκατεστημένος στην Ρωσία, και αξιωματικός του Μηχανικού, που δεν παίζει ποτέ, γιατί όπως έλεγε δεν «διακινδύνευε το αναγκαίο για να κερδίσει το περιττό», και ο Τόμσκι που αφηγείται την ιστορία της ογδοντάχρονης γιαγιάς του σχετικά με το Μυστικό της τράπουλας. Αυτή η περίφημη γραία, που πριν από εξήντα χρόνια επισκεπτόμενη το Παρίσι εντυπωσίασε τους πάντες με την ομορφιά της, έπαιξε και χάνοντας ένα τεράστιο ποσό, έμεινε χρεωμένη στον δούκα της Ορλεάνης. Γνωρίζοντας τον κόμη του Σαιν Ζερμαίν, κοπέλα τότε, πήγε να ζητήσει δανεικά από αυτόν. Για τον τελευταίο διαδίδονταν πολλά θαυμαστά: ο ίδιος ισχυριζόταν πως ήταν ένας είδος περιπλανώμενου Ιουδαίου, πως ήταν κάτοχος του φίλτρου της Ζωής και της φιλοσοφικής λίθου, ενώ μερικοί τον θεωρούσαν αγύρτη. Αυτός δεν δάνεισε χρήματα στην γιαγιά του Τόμσκι, για να μην την υποδουλώσει ψυχικώς, αλλά έκανε κάτι σπουδαιότερο. Της είπε το Μυστικό σχετικώς με την τράπουλα. Το ίδιο βράδυ έπαιξε εκείνη με τον δούκα της Ορλεάνης, τον οποίον νίκησε, ξεχρέωσε και επιπλέον κέρδισε κι ένα σημαντικό ποσό. Μολονότι είχε τέσσερις γιους, οι οποίοι ζητούσαν να της αποσπάσουν το μυστικό της τράπουλας, εκείνη δεν το είπε ποτέ. Μόνον σε έναν μη συγγενή, βεβαίωσε ο Ιβάν Ίλιτς, θείος του Τόμσκι, ονομαζόμενον Τσαπλίτσκι, φανέρωσε το μυστικό κι εκείνος, που έχασε την περιουσία του στα χαρτιά, μπόρεσε να την ξανακερδίσει, παίζοντας με τρία χαρτιά.
Αυτή ήταν η ογδονταεπτάχρονη γραία κόμισσα Άννα Φεδότοβνα, η κάτοχος του μυστικού, που ζούσε στο αρχοντικό της με υπηρέτες και με την νεαρή ακόλουθή της Ελισάβετ Ιβάνοβνα.
Μαθαίνοντας το ιστορικό του μυστικού, όπως το διηγήθηκε ο Τόμσκι, εκείνη την χειμωνιάτικη νύχτα, ο Έρμαν, αυτός που ποτέ δεν χαρτόπαιξε, μολονότι ήταν από την φύση του χαρτοπαίχτης που είχε ορκισθεί να μην αγγίξει τα χρήματα από την κληρονομιά του πατέρα του και να ζει μόνον από τον μισθό του, υπέκυψε στον πειρασμό και συνέλαβε το σχέδιο να πλησιάσει την γριά κόμισσα, αρχίζοντας με ερωτικά σημειώματα προς την νεαρή καμαριέρα, η οποία πέφτοντας σε πλάνη, του υπέδειξε τον τρόπο να εισέλθει στο λαβυρινθώδες μέγαρον, δήθεν για να την συναντήσει. Ο Έρμαν είχε μόνον έναν σκοπό: να συναντήσει την γριά κόμισσα και είτε με το καλό είτε με το άγριο να της αποσπάσει το μυστικό.
Όταν πρωτοείδε το παλάτι αναστατώθηκε και η ιστορία των τριών χαρτιών κλωθογύριζε στο μυαλό του. Στο φτωχικό του διαμέρισμα, όπου πήγε, είδε ένα σημαδιακό όνειρο. Ονειρεύτηκε τράπουλες, μεγάλα πράσινα τραπέζια και σωρούς χρυσών φλουριών και χαρτονομισμάτων. Το πρωί λυπημένος, γιατί όλα αυτά ήταν όνειρο, περιπλανήθηκε στους δρόμους της Πετρούπολης.
Σε αυτά τα πρωινά της Πετρούπολης αναφέρεται και ο Αρκάδι Μακάροβιτς Δολγορούκι, ο Έφηβος [3] του Ντοστογιέφσκι, μνημονεύοντας τον Έρμαν.
Δυο μεγαλοφυΐες συναντιούνται. Ο Ντοστογιέφσκι, μέγας παίχτης κι αυτός, μελέτησε καλά την Ντάμα Πίκα του λατρεμένου Πούσκιν.
«Θα σημειώσω όμως» (λέγει ο Έφηβος) «εντελώς περαστικά, πως τα πρωινά της Πετρούπολης, τα πιο πεζά, θα ’λεγε κανείς, όλης της γήινης σφαίρας, για μένα είναι τα φανταστικότερα, τα ποιητικότερα του κόσμου. Αυτή ‘ναι η γνώμη μου, ή για να εκφρασθώ καλύτερα, η εντύπωση που μου προκαλούν, μα... φτάνει ως εδώ. Το άγριο όνειρο του Έρμαν της Ντάμα Πίκα (κολοσσιαίος τύπος, όχι συνηθισμένος, αληθινός τύπος Πετροπολίτη και της πετροπολίτικης περιόδου!) επιβεβαιώνεται πιο πολύ ακόμη, μου φαίνεται, απ’ αυτά τα πετροποπολίτικα πρωινά, τα κίτρινα, υγρά και καταχνιασμένα. Εκατό φορές διασχίζοντας τούτην την ομίχλη, είδα αυτό το παράξενο, μα συγγενικό Όραμα (μ’ εκείνο του Έρμαν)».
Όταν ο Έρμαν της Ντάμα Πίκα εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά στην κόμισσα, εκείνη τρομάζει. Προσπαθώντας να την καθησυχάσει, της λέγει πως δεν θα της κάνει κακό, αρκεί να του πει το μυστικό των τριών χαρτιών. Την ικετεύει, την εκλιπαρεί, αλλά αυτή εξακολουθούσε να παραμένει σιωπηλή. Τότε ο Έρμαν σηκώθηκε όρθιος και τραβώντας από την τσέπη το πιστόλι, την σημάδεψε. Στην θέα και μόνον του όπλου, η γραία έπεσε άψυχη προς τα πίσω, κι ο Έρμαν κατάλαβε πως ήταν νεκρή. Τρεις ημέρες αργότερα ο Έρμαν παρευρέθηκε στην κηδεία της κόμισσας και, μολονότι δεν είχε καμιά τύψη συνειδήσεως, κατά βάθος παραδεχόταν πως ήταν ο φονιάς της. Κι επειδή ήταν υπερβολικά προληπτικός, όπως αυτοί που δεν πιστεύουν στον Θεό, θέλησε με την παρουσία του να εξευμενίσει το πνεύμα της. Όμως όταν έσκυψε πάνω από την σορό της κόμισσας, ξαφνικά του φάνηκε πως «η νεκρή του χαμογέλασε και του έκλεισε το μάτι περιπαικτικά».
Την υπόλοιπη ημέρα είχε μια παράξενη αδιαθεσία. Στο εστιατόριο ήπιε πολύ κρασί για να καταλαγιάσει την εσωτερική του ταραχή και να κοιμηθεί. Ξύπνησε αργά την νύχτα, τρεις παρά τέταρτο, και το φεγγαρόφωτο έλουζε το δωμάτιό του. Μετά άρχισαν οι παραισθήσεις. Κάποιος από τον δρόμο ήθελε να κοιτάξει από το παράθυρό του, ακούστηκε η πόρτα του προθαλάμου, άλλος φορώντας παντόφλες έσερνε αργά τα βήματά του στο πάτωμα. Μια λευκοντυμένη γυναίκα άνοιξε την πόρτα του και μπήκε. Ήταν η κόμισσα που του είπε πως επέστρεψε παρά την θέλησή της, γιατί υποχρεώθηκε να ακούσει την παράκλησή του. Του απεκάλυψε τα τρία χαρτιά: ήταν το τρία, το επτά και ο άσος. Του εξήγησε επίσης με ποιον τρόπο να παίξει. Και θα τον συγχωρούσε για τον θάνατό της, αν νυμφευόταν την ακόλουθή της Ελισαβέτα Ιβάνοβνα.
Χρειάστηκε ώρα να συνέλθει ο Έρμαν από το όραμά του. Προσπάθησε να ξυπνήσει τον μεθυσμένο του υπηρέτη και είδε πως η πόρτα του προθαλάμου ήταν κλειδωμένη. Επέστρεψε στο δωμάτιό του και κατέγραψε λεπτομερώς το όραμά του.
Συνεχίζοντας ο «Έφηβος» του Ντοστογιέφσκι και παραλληλίζοντας το παράξενο, μα συγγενικό με εκείνο του Έρμαν όραμά του, γράφει: «Όταν θα διαλυθεί και θα σηκωθεί τούτη η καταχνιά, δεν θα πάρει μαζί της ολάκερη τούτη την κίτρινη και γλοιώδη πολιτεία, δεν θα σηκωθεί κι αυτή μαζί με την καταχνιά για να χαθεί σαν καπνός, αφήνοντας στη θέση της το παλιό φιλαντέζικο τέλμα και στη μέση μέση, αν το θέλει κανείς, έτσι για ομορφιά, τον μπρούτζινο καβαλάρη απάνω στο παραλυμένο του άτι, με την φλογερήν ανάσα;» Δεν θα ‘ξερα, κοντολογίς, να εκφράσω τις εντυπώσεις μου, αφού όλα αυτά δεν είναι παρά καθαρή φαντασία, ποίηση σε τελευταίαν ανάλυση και, συνεπώς, ανοησίες. Συχνά αναρωτήθηκα ωστόσο, κι ακόμη αναρωτιέμαι, για τούτο δω το ολότελα παράλογο: «Κοίτα τους που όλοι τρέχουν και βιάζονται. Και, ποιος ξέρει; Μπορεί να μην είναι όλ’ αυτά παρά ένα όνειρο μονάχα. Ίσως ίσως και να μην υπάρχει ούτε ένας αληθινός, αυθεντικός άνθρωπος. Μήτε μια αληθινή πράξη. Κάποιος θα ξυπνήσει, ξαφνικά, τούτος εδώ που βλέπει τ’ όνειρο, κι όλα θα σβήσουνε.»
Ο Πούσκιν στην Ντάμα Πίκα περιγράφει το χαρτοπαίγνιο του Έρμαν με τον διάσημο και πλούσιο Τσεκαλίνσκι, που εκείνες τις ημέρες εγκατεστάθηκε στην πολυτελή του κατοικία στην Πετρούπολη. Ήταν περίπου εξήντα ετών με καλοκάγαθο πρόσωπο και γελαστά μάτια. Κάποια στιγμή τον ρώτησε ο Έρμαν αν επιτρεπόταν να πάρει ένα χαρτί από την τράπουλα. Ήταν το παρθενικό του παίξιμο. Αποφασιστικός ο πρώην οικονόμος και λιτοβίωτος Έρμαν, έβαλε στο τραπέζι σαράντα επτά χιλιάδες ρούβλια, ποσό που συντάραξε τους θαμώνες και έκανε τον Τσεκαλίνσκι να παρατηρήσει πως το ποσό ήταν υπερβολικά μεγάλο και ξεπερνούσε κατά πολύ το καθιερωμένο για το πρώτο παίξιμο. Όμως ο Έρμαν επέμενε κι ο άλλος δέχθηκε το ποντάρισμα. Ο Έρμαν κέρδισε με το χαρτί τρία, και το επόμενο βράδυ ξαναπήγε στην λέσχη του Τσεκαλίνσι, και πάνω στα κερδισμένα πόνταρε άλλα σαράντα επτά χιλιάδες ρούβλια. Ο Έρμαν ξανακέρδισε με το χαρτί επτά. Το σύνολο των χρημάτων που του έδωσε ο συμπαίκτης του ήταν ενενήντα τέσσερις χιλιάδες ρούβλια. Ξανά το επόμενο βράδυ πήγε στην λέσχη, όπου όλοι τον περίμεναν με αγωνία και μεταξύ αυτών στρατηγοί, αξιωματικοί και ανακτοσύμβουλοι. Ο Τσεκαλίνσκι έκοψε και ο Έρμαν πήρε ένα χαρτί από την τράπουλά του και «το σκέπασε με έναν τεράστιο σωρό χαρτονομισμάτων». Ο άλλος άνοιξε τα χαρτιά του: μια ντάμα βγήκε στ’ αριστερά και ένας άσος στα δεξιά. «Ο άσος μου κερδίζει!» αναφώνησε οΈρμαν. «Ναι, αλλά η ντάμα σας έχασε» είπε ο Τσεκαλίνσκι. Ο Έρμαν δεν πίστευε στα μάτια του, αφού αντί του άσου υπήρχε μια ντάμα πίκα. Για μια στιγμή του φάνηκε πως η ντάμα πίκα του έπαιξε κοροϊδευτικά το μάτι, όπως κάποτε η νεκρή κόμισσα. «Καταραμένη γριά!» φώναξε με τρόμο, ενώ ο συμπαίκτης του τράβηξε προς το μέρος του τα κερδισμένα. Ο Έρμαν τρελάθηκε κι ο συγγραφεύς πληροφορεί πως βρίσκεται στο φρενοκομείο του Οβούροφ με τον αριθμό 17, όπου δεν απαντά σε καμία ερώτηση, αλλά επαναλαμβάνει, συνεχώς, τρία επτά, άσος! Τρία, επτά, ντάμα!
Και Ντάμα Πίκα σημαίνει κρυφή επιβουλή, όπως αναφέρεται στο εγχειρίδιο της νεότερης μαντικής, και προτάσσεται στην αρχή του βιβλίου.
Ο Έρμαν έχασε, διότι προσπάθησε με τον εξαναγκασμό και με την βία να μάθει το μυστικό της τράπουλας. Να παραβιάσει την τύχη, και μάλιστα με τον τρόπο της μαγείας. Ο Ντοστογιέφσκι, αντιθέτως, ζητά να ανακαλύψει το μυστικό με την λογική και τις μαθηματικές πιθανότητες. Αυτή είναι και η ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δύο συγγραφέων, μολονότι Παίκτης του Ντοστογιέφσκι, αυτός ο μονομάχος της τύχης, έχει κοινά με την Ντάμα Πίκα του Πούσκιν, και πρωτίστως με την παρουσία της γριάς. Και στον Παίκτη πρωτοστατεί η μπάμπουσκα (η γραία) με την μεγάλη περιουσία. Δοκιμάζει την τύχη στην ρουλέτα, κι έκτοτε γίνεται φανατική παίκτρια –όπως η γριά κόμισσα του Πούσκιν– και χάνει τα χρήματά της. Όμως εδώ δεν υπάρχει ο Σαιντ Ζερμαίν για να της αποκαλύψει το μυστικό της τράπουλας και να κερδίσει.
Ο Παίκτης, παρακολουθώντας τους άλλους να παίζουν, έβγαλε ένα συμπέρασμα: πως μεταξύ των τυχαίων πιθανοτήτων υπάρχει, αν όχι σύστημα, μια κάποια τάξη, κάτι που είναι βέβαια πολύ περίεργο [4]. Αργότερα βρίσκεται η διατύπωση: σύστημα, τάξη ή τύχη; «Το πρόβλημα του παίκτη, έστω και ασυνειδήτως, γίνεται ουσιώδες. Τρελαμένος από την πράξη του παιχνιδιού διέπεται από οντολογικές δυνάμεις: την Μοίρα (σύστημα, τάξη) ή την Τύχη (το άλογον). Έτσι, το απλό συμβάν του παιχνιδιού μετατρέπεται σε οντολογία» [5]. Ο Ντοστογιέφσκι επισημαίνει μια βαθιά αλήθεια. «Ο έμπειρος παίκτης ξέρει τι σημαίνει αυτή η ιδιοτροπία της τύχης». Η λέξη «ιδιοτροπία» αποκαλύπτει τα πάντα. Την δυσκολία να επισημανθεί το μυστικό της τύχης και, κατ’ επέκταση, των τυχερών παιχνιδιών, όποιον δρόμο κι αν ακολουθήσει ο παίκτης. Της λογικής, του συστήματος, της μεταφυσικής, της μαγείας. Το μυστικό της ορατής πλευράς της Τύχης παραμένει απρόσιτο, όπως και η ουσία του Θεού.
(8 και 9 Οκτωβρίου 2017)
Σημειώσεις
[1] Ελένη Λαδιά, στο διήγημα «Μια ιδιότυπη φιλοξενία» από την συλλογή Ο Ονειρόσακκος, εκδόσεις Εστία 2012
[2] Αλέξανδρος Πούσκιν, Ντάμα Πίκα, μτφρ. Νίκος Δημητρίου, πρόλογος Δημήτρη Ελευθεράκη, εκδόσεις Πατάκη 2014
[3] Φιoντόρ Ντοστογιέφσκι, Ο έφηβος, μτφρ. Άρη Δικταίου, εκδόσεις Κ. Μ. (Κωνσταντινόπουλος-Μαγκανιάς) 1954
[4] Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι Ο παίκτης, μτφρ. Κίρα Σίνου, εκδόσεις Μίνωας 2015
[5] Ελένη Λαδιά, «Το εγκιβωτισμένο πάθος του ντοστογιεφσκικού παικτη»
Βιβλίο & Τέχνες | diastixo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου