Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

«Ο τελευταίος Δροσουλίτης» του Παναγιώτη Ρίζου

«Ο τελευταίος Δροσουλίτης» του Παναγιώτη Ρίζου


Σ’ αυτή τη ζωή, ό,τι έχεις μάθει καλύτερα να κάνεις, αυτό κάνεις. Μ’ αυτό πορεύεσαι και αυτό εκφράζεις, στα εύκολα και στα δύσκολα, στα όμορφα και στα άσχημα.
Έτσι κάποτε και οι Βενετοί, ικανότατοι έμποροι, σκληροτράχηλοι θαλασσοπόροι και κατακτητές, σταματήσανε με την αρμάδα τους στον Άγιο Νικήτα, στα Σφακιά της νότιας Κρήτης, σε μια μικρή παραθαλάσσια πεδιάδα που τη ζώνουνε από παντού οι όγκοι απ’ τα Λευκά Όρη. Σ’ ένα σημείο χωρίς καμιά απολύτως στρατηγική σημασία.
Η άγρια ομορφιά του τοπίου τούς έκοψε την ανάσα. Και επειδή δεν είχαν μάθει τίποτε άλλο να κάνουν καλύτερα παρά κάστρα, έχτισαν ένα μικρό castello για να υπερασπίζεται την ομορφιά του τοπίου απ’ τους επιδρομείς της. Το μικρό αυτό castello οι ντόπιοι το είπαν Φραγκοκάστελλο κι έμελλε να έχει μια πολύ περίεργη ιστορία.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, εκεί δόθηκαν περίεργες μάχες, αιματηρές, απελπισμένες, από αλλόκοτους μαχητές, που επέλεγαν συνειδητά να πολεμήσουν μέσα στο castello υπερασπίζοντάς το σε μάχες εκ των προτέρων χαμένες.
Σαν να υποκινούνταν όλοι αυτοί οι μαχητές μέσα στους αιώνες από την ίδια εσωτερική δύναμη, σαν να είχαν ομόσει τον ίδιο βαρύ όρκο, σαν να είχαν υποχρέωση να υπερασπίσουν αυτό το άνευ στρατηγικής σημασίας castello για άλλους λόγους, δικούς του ο καθένας, που χάνονταν σαν σκιές μέσα στα σκοτεινά μονοπάτια της ψυχής τους.
Οι σκιές αυτές στοιχειώσανε με τα χρόνια και παίρνανε μορφή δροσερή σαν πρωινή πάχνη κι έρχονταν απ’ τη θάλασσα του νοτιά κάθε τέλος του Μαΐου να υπερασπίσουν το κάστρο τους, έφιπποι τρομεροί πολεμιστές με τα σπαθιά τους και τις λόγχες τους καβάλα στα κύματα.
Οι ντόπιοι τούς είπαν Δροσουλίτες.
(Τότε εκείνος, κάθε τέλος Μαΐου, σαν από συνήθεια, έβγαζε την πολεμική πανοπλία απ’ το μπαούλο και τη φόραγε τελετουργικά, αν και με δυσκολία πια, μια και τα χρόνια και η καθιστική ζωή του φαροφύλακα του είχαν προσθέσει περιττά κιλά. Καβάλαγε μετά το γέρικο άλογό του κι ορμούσε από τη μυστική κρύπτη του φάρου κατά το κάστρο, καλπάζοντας πάνω στα κύματα, μόνος και τρομερός.)
Λες και άκουγε κάθε χρόνο τέτοιες μέρες τις μυστικές φωνές απ’ το castello και έπρεπε να ξεχυθεί να το γλιτώσει. Ο φαροφύλακας – τον ήξεραν όλοι, γενιές τώρα, και κανείς δεν ήξερε πόσων χρονών ήταν ούτε από πού κρατά η σκούφια του· κανείς δεν ρωτούσε καν το όνομά του. Αυτός μόνο είχε απομείνει μάχιμος. Οι άλλοι δεν υπήρχαν πια, άλλοι σκοτώθηκαν στις μάχες, άλλοι παντρεύτηκαν και κάναν οικογένειες, άλλοι διορίστηκαν στο δημόσιο.
Ξεχυνότανε πάνω στ’ αφρισμένα κύματα κραδαίνοντας τα φλάμπουρα, μόλις έπαιρνε να χαράζει, και μόνο η τρομερή τουΘΕΑ έτρεπε τους επιδρομείς σε άτακτη φυγή, κατέβαζαν κακήν κακώς τις πολιορκητικές σκάλες, έμπαιναν στα πλοιάριά τους και υποχωρούσαν.
Τότε ανάβανε οι προβολείς, παίζανε τα λαγούτα και οι λύρες και το κοινό ξεσπούσε σε χειροκροτήματα, ενώ ο Δήμαρχος Φραγκοκάστελλου συνέχαιρε τους συντελεστές της παράστασης, τους νέους ηθοποιούς, καλωσόριζε τους επισκέπτες του σ’ αυτή τη μοναδική παράσταση και τους ευχόταν καλή διασκέδαση και καλή παραμονή στην περιοχή. Μετά ακολουθούσαν παραδοσιακοί κρητικοί χοροί, γαμοπίλαφα και τσιγαριαστό και άφθονη ρακή.
(Κι εκείνος, ο τελευταίος υπερασπιστής, αποσυρόταν με το γέρικο άλογό του στο νησάκι του στον φάρο απέναντι, έβγαζε με δυσκολία την πολεμική φορεσιά του και την τοποθετούσε με φροντίδα μαζί με τα άρματα και τα φλάμπουρα στο μπαούλο, ευχαριστημένος και περήφανος που έσωσε και φέτος το castello του από τους επιδρομείς.)
Ο Παναγιώτης Ρίζος γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου εξακολουθεί να ζει και να εργάζεται ως δικηγόρος. Από το 2006 μέχρι το 2009 συμμετείχε στους κύκλους δημιουργικής γραφής της Χριστιάνας Λαµπρινίδη και από το 2010 μέχρι το 2011 στις ομάδες γραφής της Ματίνας Μόσχοβη. Από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο, Τηγανητές γοργόνες (2014).
Κατηγορία: ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
κείμενο: Παναγιώτης Ρίζος

diastixo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου